ΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν’ απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.(Αλεξ. Παπαδ.)

Παρασκευή, Αυγούστου 18, 2017

"Ο πατήρ Παΐσιος, όταν ήθελε να πάει να προσευχηθεί στην Παναγία..."




Ο πατήρ Παΐσιος, όταν ήθελε να πάει να προσευχηθεί στην Παναγία, έκοβε λίγα αγριολούλουδα έξω από την καλύβη του και τα πήγαινε στην Εικόνα Της. «Πώς να πάω με άδεια χέρια να Την παρακαλέσω;», έλεγε.
Ήθελε, ο άγιος Γέροντας, να πηγαίνουμε αφιερώματα στην Παναγία, ό,τι έχει ο καθένας. Έλεγε μάλιστα για κάποιον που πήγε στην Μονή των Ιβήρων, για να προσκυνήσει την Παναγία την
Πορταΐτισσα. Η Εικόνα αυτή είναι γεμάτη με φλουριά. Σκανδαλίσθηκε κάπως ο προσκυνητής και είπε, όταν έφευγε: «Παναγία μου, εγώ ήθελα να σε δω απλή και όχι με φλουριά». Στο δρόμο όμως
τον έπιασε ένας πόνος δυνατός και έμεινε εκεί, στην μέση του δρόμου, ζητώντας βοήθεια από την Παναγία. «Παναγία μου, έλεγε, κάνε με καλά και θα Σου φέρω δυό φλουριά». Τότε του
παρουσιάσθηκε η Παναγία, τον έκανε καλά και του είπε: «Έτσι μου τα φέραν τα φλουριά, δεν τα ζήτησα εγώ»!
Ο Γέροντας Παΐσιος ήθελε να «συγγενεύουμε» με την Παναγία. Και συγγενεύουμε με την Παναγία – έλεγε –, με την ταπείνωση, γιατί η Παναγία ήταν ταπεινή. Ας σκεφθούμε: Όταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ Της είπε ότι θα γεννήσει τον Υιόν του Θεού, τον Μεσσία, Αυτή ονόμασε τον Εαυτό Της «δούλη Κυρίου». «Ιδού η δούλη Κυρίου – είπε στον αρχάγγελο –, γένοιτό μοι κατά το
ρήμα σου»! Και η Ίδια πάλι εμεγάλυνε τον Κύριο λέγοντας, «ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού». Για την ταπείνωσή Της η Παναγία κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος. Ο άγιος
Ανδρέας της Κρήτης, λέγει σε ένα τροπάριό του σ᾽ Αυτήν: «Χαίροις μετά Θεόν η Θεός, τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα»!
Πρέπει να προσευχόμαστε, χριστιανοί μου, στην Παναγία ανοίγοντας την καρδιά μας σ᾽ Αυτήν, μιλώντας Της ελεύθερα, γιατί είναι η Μάνα μας. Μα, μαζί με την καρδιακή αυτή δική μας
προσευχή, πρέπει να λέγουμε στην Παναγία και τις προσευχές και τα τροπάρια που θέσπισαν οι άγιοι Πατέρες γ᾽ Αυτήν. Οι καλύτερες προσευχές στην Παναγία είναι οι Παρακλητικοί Κανόνες σ᾽Αυτήν και οι Χαιρετισμοί.
Ο άγιος Γέροντας Παΐσιος συνιστούσε πολύ να διαβάζουν οι χριστιανοί κάθε μέρα το Θεοτοκάριο.
Το Θεοτοκάριο είναι μιά μεγάλη Συλλογή 62 Κανόνων προς την
Υπεραγία Θεοτόκο, που τους συγκέντρωσε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης από χειρόγραφα του Αγίου Όρους. Είναι υπέροχα, χριστιανοί μου, τα τροπάρια των Κανόνων αυτών και βοηθάει πολύ
την ψυχή μας να διαβάζουμε από την Συλλογή αυτή, όσο μπορούμε κάθε μέρα. Ο πατήρ Παΐσιος έλεγε σε κάποια Μοναχή: «Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να
αγαπήσεις την Παναγία. Και να δεις η Παναγία μετά!...Θα σου δώσει μεγάλη παρηγοριά»! «Και πότε να διαβάζω το Θεοτοκάριο», τον ρώτησε αυτή η Μοναχή. «Το βράδυ ή το πρωί;». «Καλύτερα
τις πρωινές ώρες – της απήντησε ο Γέροντας –, ώστε αυτά που διαβάζεις, να τα έχεις στο νου σου όλη την ημέρα. Το Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται η καρδιά και συγκινείται».
Και μνημόνευε ο άγιος Γέροντας Παΐσιος τον Αγιορείτη παπα-Κύριλλο, τον Ηγούμενο της Μονής Κουτλουμουσίου, που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί από τους λυγμούς και τα δάκρυα, όταν
διάβαζε το Θεοτοκάριο!

το βρήκα εδώο 😇

Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2017

Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας




+Ιεροθέου μητρ Ναυπάκτου

Κατά τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἀσπαζόμαστε τήν ἱερή εἰκόνα πού παριστᾶ τό γεγονός τῆς Κοιμήσεώς της. Ἡ ὅλη εἰκόνα ὄχι μόνον ἀναπαριστᾶ αὐτό πού ἔγινε κατά τήν ἐξόδιο ἀκολουθία τῆς Παναγίας, ἀλλά δείχνει καί τό τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Πρόκειται γιά μιά εἰκόνα πού δείχνει κατά τόν πλέον ἀνάγλυφο τρόπο τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά ἀνθρώπινη ὀργάνωση, ἀλλά τό Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἑνότητα Θεοῦ καί ἀνθρώπων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Στήν ἱερή εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου βλέπουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει στό κέντρο της τόν Χριστό καί τήν Παναγία, ὡς Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, καί γύρω ἀπό αὐτούς τούς Ἀποστόλους, τούς Ἐπισκόπους καί τούς Ἀγγέλους.

Ἔπειτα, στήν ἱερή εἰκόνα φαίνεται καθαρά ὅτι στήν Ἐκκλησία ἔχει καταργηθῆ ὁ θάνατος, ἀλλά αὐτό πού ὀνομάζουμε θάνατο εἶναι ἕνας ἁπλός ὕπνος. Τό σῶμα δέχεται τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί αὐτό λαμπρύνεται, ἀλλά καί ἡ ψυχή ζῆ μετά θάνατο, καί, ἄν ὁ ἄνθρωπος ἔχη ἁγιασθῆ, βρίσκεται «ἐν χειρί Θεοῦ». Αὐτό πού συνέβη μέ τήν Παναγία, κατά ἀναλογία, ἐπιθυμοῦμε νά συμβῆ καί σέ μᾶς. Δηλαδή, εὐχόμαστε, ὅταν ἔλθη ἡ ὥρα νά φύγουμε ἀπό τόν κόσμο αὐτό, νά εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία, νά προσευχόμαστε, νά ἔχουμε τούς Πνευματικούς Πατέρες κοντά μας, νά λάβουμε τήν εὐχή τους καί, κυρίως, νά κοινωνήσουμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἀκόμη, ὅπως ὁ Ἰεφωνίας προσπάθησε νά ἀτιμάση τό σῶμα τῆς Παναγίας καί δέν τό κατόρθωσε, ἔτσι ὑπάρχουν διάφοροι ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά βλάψουν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀλλά δέν κατόρθωσαν οὔτε θά κατορθώσουν νά κάνουν τίποτε, γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνα ἀνθρώπινο σωματεῖο, ἀλλά τό θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει μεγάλη δύναμη, δέν φοβᾶται ἀπολύτως τίποτε, ἀλλά σώζει τούς πάντες καί αὐτούς ἀκόμη τούς λεγομένους ἐχθρούς της, ὅταν μετανοήσουν.

Ὅλη ἡ σύνθεση τῆς εἰκόνας ἀπό τά πρόσωπα πού παρίστανται σχηματίζουν ἕναν νοητό Σταυρό. Ἡ ὁριζόντια διάσταση τοῦ Σταυροῦ σχηματίζεται ἀπό τήν κλίνη, ὅπου βρίσκεται τό νεκρό σῶμα τῆς Θεοτόκου. Ἡ κατακόρυφη διάσταση τοῦ Σταυροῦ σχηματίζεται στό ἐπάνω μέρος ἀπό τόν Χριστό πού βρίσκεται ὄρθιος, καί στό κάτω μέρος ἀπό τόν Ἑβραῖο Ἰεφωνία πού θέλησε νά ἀτιμάση τό σῶμα τῆς Θεοτόκου. Εἶναι ἕνας νοητός Σταυρός πού τόν ἀποτελοῦν ὁ Χριστός, ἡ Θεοτόκος, καί οἱ παρόντες στήν Κοίμησή της, ἀπό τούς ὁποίους οἱ περισσότεροι τήν ἀνυμνοῦν καί ἕνας προσπαθεῖ νά τήν ἀτιμάση.

Ὁ Σταυρός εἶναι δόξα καί ἀτιμία, σωτηρία καί καταδίκη. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διακηρύσσει: «Ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μέν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δέ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι» (Α΄ Κορ. α΄, 18).

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει καί τούς πειρασμούς της πού προέρχονται ἀπό τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὔτε βιώνουν οὔτε μποροῦν νά καταλάβουν τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί εἶναι ἄγευστοι καί ἀμύητοι τῆς θεοειδοῦς ζωῆς καί ἀντιδροῦν σέ ἐκείνους πού ζοῦν σέ μία ἄλλη διάσταση τῆς ζωῆς.
Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ φαίνεται ἔκδηλα στά πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων πού εἰκονίζονται στήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ὁ πόνος καί ὁ πόθος, ἡ ἀγάπη καί ἡ προσευχή, ἡ ἔκσταση καί ἡ ὅραση, οἱ ὕμνοι καί ἡ σιωπή, ὅλα αὐτά εἶναι μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ.
Στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων γίνεται λόγος γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προχέεται ἀπό τόν Τριαδικό Θεό πρό τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, κατά τήν δημιουργία του, πρό τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου, μετά τήν πτώση του, πρό τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν ἐνανθρώπησή Του, πρό τῆς Πεντηκοστῆς καί μετά ἀπό αὐτήν. Αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μετέχεται διαφοροτρόπως, ὡς καίουσα καί φωτίζουσα, μέ τήν διπλή ἐνέργεια τοῦ Σταυροῦ.

Αὐτό τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ φαίνεται ἔκδηλα στά πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων πού εἰκονίζονται στήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ὁ πόνος καί ὁ πόθος, ἡ ἀγάπη καί ἡ προσευχή, ἡ ἔκσταση καί ἡ ὅραση, οἱ ὕμνοι καί ἡ σιωπή, ὅλα αὐτά εἶναι μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἀγάπη καί τήν κένωσή Του, ἀλλά εἶναι καί ἡ δόξα τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία σέ ὅλη τήν ζωή της ἔζησε μέ τήν βαθυτάτη ταπείνωση πού εἶναι ἡ θεοποιός καί ὑψοποιός κένωση, δηλαδή τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτό ἔζησαν καί οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Ἱεράρχες πού ἀποδείχθηκαν φίλοι τοῦ Θεοῦ, φίλοι τοῦ Σταυροῦ.

Τελικά, μένοντας σέ αὐτόν τόν νοητό σχηματισμό τοῦ Σταυροῦ τῆς εἰκόνας μπορεῖ νά τονισθῆ ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν μέ τήν ὅλη ζωή του καί τόν τρόπο τῆς κοιμήσεώς του, κατά τό πρότυπο τῆς Θεοτόκου, γίνεται ἡ ὁριζόντια διάσταση τοῦ Σταυροῦ, καί προστίθεται ἡ κατακόρυφη διάστασή του, πού εἶναι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Παναγία προξένησε μεγάλη χαρά σέ ὅλη τήν οἰκουμένη, γιατί γέννησε τόν Χριστό, πού εἶναι ἡ χαρά μας καί ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας. Γι’ αὐτό τήν ἀγαπᾶμε καί τήν παρακαλοῦμε νά μᾶς προστατεύη, νά μᾶς ἐνισχύη στίς δύσκολες ὧρες τῆς ζωῆς μας, νά πρεσβεύη γιά νά παραμένουμε μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καί νά μεσιτεύη γιά νά ἀξιωθοῦμε νά νικήσουμε τόν θάνατο μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ καί νά εἰσέλθουμε στήν οὐράνια Ἐκκλησία



impantokratoros.gr

Τετάρτη, Αυγούστου 16, 2017

Ανώτατες επιστήμες

Όποιος πιστεύει πώς ό,τι γράφεται και πιστεύεται από την Εκκλησία για την Κοίμηση της Θεοτόκου είναι μυθεύματα και λαϊκά αναγνώσματα, ας ξεκινήσει από την αλφάβητο. Ας σπουδάσει κάτι πιο εύκολο,πυρηνική φυσική ή ανώτερα μαθηματικά. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσει κανείς για να φτάσει στις ανώτατες επιστήμες.

ππκ  ανήμερα της σήμερον

Ποιός λόγος είναι αρκετός για να υμνήσει τις χάριτες Σου...



 Ἦταν ὅμως ἀνάγκη ἡ παναγία ἐκείνη ψυχή νά χωρισθεῖ ἀπό τό ὑπεράγιο ἐκεῖνο σῶμα. Καί χωρίζεται βέβαια καί ἑνώνεται μέ τήν ψυχή τοῦ Υἱοῦ της, μέ τό πρῶτο φῶς ἑνώνεται τό δεύτερο. Καί τό σῶ­μα, ἀφοῦ ἔμεινε γιά λίγο στή γῆ, ἀναχώρησε κι αὐτό μαζί μέ τήν ψυ­χή. Γιατί ἔπρεπε νά πέρασει ἀπό ὅλους τούς δρόμους ἀπό τούς ὁποίους πέρασε ὁ Σωτήρας, νά λάμψει καί στούς ζωντανούς καί στούς νεκρούς, νά ἁγιάσει διαμέσου ὅλων τήν ἀνθρώπινη φύση καί νά λάβει ἀμέσως μετά τόν ἁρμόζοντα τόπο. Τό δέχθηκε ἔτσι γιά λίγο ὁ τάφος, τό παρέλαβε δέ καί ὁ οὐρανός, αὐτό τό πνευματικό σῶ­μα, τήν καινή γῆ, τό θησαυρό τῆς δικῆς μας ζωῆς, τό τιμιώτερο ἀπό τούς Ἀγγέλους, τό ἁγιώτερο ἀπό τούς Ἀρχαγγέλους. Ξαναδόθηκε ἔτσι ὁ θρόνος στό βασιλιά, ὁ παράδεισος στό ξύλο τῆς ζωῆς, ὁ δίσκος στό φῶς, στόν καρπό τό δένδρο, ἡ μητέρα στόν Υἱό, ἀξία καθόλα ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρώπινου γένους.

Ποιός λόγος εἶναι ἀρκετός γιά νά ὑμνήσει, ὤ μακαρία, τήν ἀρετή σου, τίς χάριτες πού σοῦ δώρισε ὁ Σωτήρας, αὐτές πού Σύ δώρισες στήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων; Κανείς, ἔστω κι ἄν «λαλεῖ τίς γλῶσ­σες τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων», ὅπως θά ΄λεγε ὁ Παῦλος (Α΄ Κορ. 13,1). Προσωπικά μοῦ φαίνεται ὅτι τό νά καταλαβαίνει κανείς καί νά διακηρύσσει σωστά καί ὅπως πρέπει τά μεγαλεῖα Σου ἀποτελεῖ τμῆ­μα τῆς αἰώνιας μακαριότητας, πού ἀπόκειται στούς δικαίους. Τά δικά Σου μεγαλεῖα ἀνήκουν μόνο στό χῶρο ἐκεῖνο ὅπου ὁ οὐρανός εἶναι καινός καί ἡ γῆ καινή, τό χῶρο πού φωτίζεται ἀπό τόν Ἥλιο τῆς δι­καιοσύνης, ὁ ὁποῖος Ἥλιος οὔτε προηγεῖται οὔτε ἕπεται ἀπό τό σκο­τάδι, ἐκεῖ ὅπου ὑμνητής τῶν μεγαλείων Σου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας καί Ἄγγελοι αὐτοί πού χειροκροτοῦν. Σ' αὐτόν μόνο πράγματι τό χῶρο μπορεῖ νά Σοῦ προσφερθεῖ ἡ ὑμνωδία πού Σοῦ ἀξίζει. Οἱ ἄν­θρωποι εἶναι ἀδύνατον νά ὁλοκληρώσουμε τήν ὕμνησή Σου. Τόσο μόνο μποροῦμε νά Σέ ὑμνήσουμε, ὅσο χρειάζεται γιά νά ἁγιάσουμε τή γλώσσα καί τήν ψυχή μας. Γιατί καί μόνο ἕνας λόγος καί μιά ἀνάμνηση, πού ἀναφέρεται σέ κάποιο ἀπό τά δικά Σου μεγαλεῖα, ἀνυψώνει τήν ψυχή καί κάνει καλύτερο τό νοῦ καί μᾶς μετατρέπει ὅλους ἀπό σαρκικούς σέ πνευματικούς καί ἀπό βέβηλους σέ ἁγίους.

άγιος Νικόλαος Καβάσιλας

Τρίτη, Αυγούστου 15, 2017

Σήμερα όλη η Ελλάδα μοσχοβολά από το ευωδέστατο σκήνωμα της Παναγίας!


φ.κόντογλου

Σήμερα γιορτάζουμε την ένδοξη Κοίμηση της Παναγίας. Σ’ αμέτρητες εκκλησίες και μοναστήρια χτυπούνε οι καμπάνες και ψέλνουνε οι ψαλτάδες. Τα πιο πολλά είναι στης Παναγίας τ’ όνομα, και πανηγυρίζουνε σήμερα την Κοίμηση της Θεοτόκου. Μα αυτή δεν είναι γιορτή θανάτου, είναι γιορτή χαράς και θρίαμβος, γιατί αυτή που κοιμήθηκε είναι η Μητέρα της Ζωής, όπως λέγει εκείνο το θεσπέσιο δοξαστικό πού λένε σήμερα στη Λειτουργία:
«Τη αθανάτω σου κοιμήσει Θεοτόκε μήτηρ της ζωής, νεφέλαι τους αποστόλους αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν τω αχράντω σου σώματι, ο και κηδεύσαντες σεπτώς, την φωνήν του Γαβριήλ μελωδούντες ανεβόων. Χαίρε, κεχαριτωμένη παρθένε, μήτερ ανύμφευτε, ο Κύριος μετά σου. Μεθ’ ων, ως Υιός σου και θεόν ημών ικέτευε σωθήναι τας ψυχάς ημών».

Σήμερα όλη η Ελλάδα μοσχοβολά από το ευωδέστατο σκήνωμα της Παναγίας, που είναι η μητέρα των ορφανεμένων, η ελπίδα των απελπισμένων, η χαρά των θλιμμένων, το ραβδί των τυφλών, η άγκυρα των θαλασσοδαρμένων. Κι απ’ άκρη σε άκρη της Ελλάδας, στις πολιτείες, στα χωριά, στα μοναστήρια και στις σκήτες, απάνω στα δασωμένα βουνά, στα λαγκάδια, στις σπηλιές, στα γαλανά τα κύματα που δροσοαφρίζουνε από τον πελαγίσιον αγέρα, στα νησιά και στα ρημόνησα, στους κάβους, παντού αντιλαλεί η υμνολογία που ψέλνουνε οι ψαλτάδες για την ταπεινή βασίλισσα που κοι¬μήθηκε.Το μελτέμι που φυσά τώρα το Δεκαπενταύγουστο και δροσίζει τον κόσμο τα δεντρικά που ‘ναι φορτωμένα με λογής λογής πωρικά, τα άγρια τα ρουμάνια, με τις αντρειωμένες βαλανιδιές και με τα έλατα και με τα κέδρα, τα άσπρα σύννεφα που αρμενίζουνε στον γαλανό ουρανό, όλα είναι χαροποιά και μακάρια, όλα είναι ιλαρά από την γλυκύτητα της Παναγίας. Στα πέλαγα ταξιδεύουνε λογής-λογής καράβια και καΐκια πώχουνε γραμμένο απάνω στο μάγουλο τους το γλυκύτατο τ’ όνομα της. 

Ω! Αληθινά δική μας είναι η Παναγία, δικό μας είναι το Ρόδον το Αμάραντον!Ποιος θα μπορούσε να την υμνήσει όπως την υμνολογήσανε οι υμνωδοί της Εκκλησίας μας; Αρχαγγελικές σάλπιγγες θαρρείς πώς ακούγονται παντού, με ύψος και με σεμνότητα, μ’ ένα κάλλος πνευματικό που βρίσκεται μονάχα στην Ορθοδοξία. Στον Εσπερινό της παραμονής ψέλνουνε τούτα τα τροπάρια που γεμίζουνε την ψυχή μας με κάποιον αγιασμένον ενθουσιασμό:
 
«Ω του παραδόξου θαύματος! Η πηγή της ζωής εν μνημείω τίθεται, και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται. Ευφραίνου, Γεσθημανή, της Θεοτόκου το άγιον τέμενος. Βοήσωμεν οι πιστοί, τον Γαβριήλ κεκτημένοι ταξίαρχον Κεχαριτωμένη χαίρε, μετά σου ο Κύριος, ο παρέχων τω κοσμώ δια σου το μέγα έλεος».Από τι καρδιές, από τι χρυσά σπλάχνα εβγήκε τούτος ο πλούτος! Εδώ δεν είναι συνταίριασμα τεχνικό από λόγια κι από ήχους. Εδώ είναι αληθινά «η φωνή του Γαβριήλ μελωδούντος» από τας ουράνιους αψίδας, ύμνος αθανασίας. Αμή εκείνη η θ’ ωδή που λέγει: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι, Παρθένε άχραντε, παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος. Η μετά τόκον παρθένος και μετά θάνατον ζώσα, ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομιών σου».

 Η εκείνο το απολυτίκιο που είναι σοβαρό και γλυκό σαν το εικό¬νισμα της:
«Εν τη γεννήσει την παρθενίαν, εφύλαξας, εν τη κοιμήσει, τον κόσμων ου κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείαις ταις σαις λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».

 Η ο α’ ειρμός στις Καταβασίες που λέγει: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη η ιερά και ευκλεής, Παρθένε, μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ, μετά χορών και τύμπανων τω σω άδοντες μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται».

Από τούτη την άγια μέθη, που μεταδίνει η «Πεποικιλμένη», μέθυσε κι ο αγιασμένος γλάρος της Σκιάθου, κ’ έγραψε τους καημούς του Δεκαπενταύγουστου σκιρτώντας από την αγγελική υμνωδία που άκουγε μυστικά, καθισμένος μπροστά στ’ αφρισμένο πέλαγο, «ο φιλέρημος γέρων». Από το ίδιο νέκταρ της Παναγίας μέθυσε κι ο Σολωμός και ψέλνοντας και κείνος με ενθουσιασμό την Πεποικιλμένη, έγραψε στον Ύμνο της Ελευθερίας τούτα τα λόγια:Ακολουθεί την αρμονία η αδελφή του Ααρών, η προφήτισσα Μαρία μ’ ένα τύμπανον τερπνόν. Και πηδούν όλες οι κόρες με τσ’ αγκάλες ανοικτές τραγουδώντας ανθοφόρες με τα τύμπανα κ’ εκείνες.
Η Μαριάμ, η συνονόματη της Παναγίας, ήτανε η αδελφή του Ααρών, που άρχισε να ψέλνει για να φχαριστήσει το θεό, που καταπόντισε τον Φαραώ στην Ερυθρή θάλασσα. Και τη συντροφεύανε οι άλλες οι κό¬ρες, χορεύοντας και παίζοντας τα τύμπανα. «Λαβούσα δε Μαριάμ η προφήτις, η αδελφή του Ααρών, το τύμπανον εν τη χειρί αυτής, και εξήλθοσαν πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής μετά τύμπανων και χορών» (Εξοδ. ιε’, 20).

Αυτή είναι η αγιασμένη Ελλάδα, κι από το γάλα της βυζάξανε και θραφήκανε οι ποιητές της, το γάλα της Παναγίας.

Εμείς αυτό το γάλα το συχαθήκαμε, αλίμονο!

Δευτέρα, Αυγούστου 14, 2017

Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού: Εγκώμιο στην Κοίμηση της Υπεραγίας δέσποινας μας Θεοτόκου

από Παναγία Κεχαριτωμένη Χώρας Καλύμνου

Τι είναι αυτό το μυστήριο το μέγα, που συντελείται γύρω από το πρόσωπό σου, ιερή Μητέρα και Παρθένε; «Ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου». Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα σε μακαρίζουν, γιατί μονάχα Συ είσαι άξια για μακαρισμό!
Και να που όλες οι γενιές Σε μακαρίζουν. Εσένα είδαν οι θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, δηλαδή της Εκκλησίας, και σε μακάρισαν οι βασίλισσες, δηλαδή οι ψυχές των δικαίων, και θα σε υμνούν αιώνια. Γιατί Συ είσαι ο θρόνος ο βασιλικός, στον οποίον παραστέκονται Άγγελοι κοιτάζοντας τον Βασιλέα και Δημιουργό να κάθεται επάνω του.
Συ έγινες Εδέμ νοητή, πιο ιερή και πιο θεϊκή από την παλιά. Γιατί σε εκείνη την Εδέμ έμεινε ο Αδάμ ο γήϊνος, ενώ σ' Εσένα ο Κύριος του ουρανού.
Εσένα προεικόνισε η κιβωτός, γιατί Συ γέννησες τον Χριστό, τη σωτηρία του κόσμου, που καταπόντισε την αμαρτία και κατασίγησε τα κύματά της.
Εσένα προεικόνισε η βάτος, Εσένα είχαν επιγράψει προφητικώς οι θεοχάρακτες πλάκες, Εσένα προζωγράφισε η κιβωτός του νόμου και Σένα είχαν φανερά προτυπώσει η στάμνα η χρυσή και η λυχνία και η τράπεζα και η ράβδος του Ααρών που 'χε βλαστήσει.
Από Σένα προήλθε η φλόγα της θεότητος, το μέτρο και ο Λόγος του Πατρός, το γλυκύτατο και ουράνιο μάννα, το όνομα το απερίγραπτο και πάνω από όλα τα ονόματα, το φως το αιώνιο και απρόσιτο, ο άρτος της ζωής ο ουράνιος, ο καρπός που δεν γεωργήθηκε, αλλά βλάτησε από Σένα με σώμα ανθώπινο.
Εσένα δεν προμηνούσε το καμίνι που έβγαζε φωτιά και ταυτόχρονα δρόσιζε αλλά και έκαιγε κι ήταν αντίτυπο της θείας φωτιάς που μέσα Σου κατοίκησε;
Παρά λίγο όμως θα ξεχνούσα τη σκάλα του Ιακώβ. Τι δηλαδή; Δεν είναι φανερό σε όλους ότι Εσένα προεικόνιζε κι ήταν προτύπωσή Σου; Όπως ο Ιακώβ είχε δει τις άκρες της σκάλας να ενώνουν τον ουρανό με τη γη και να ανεβοκατεβαίνουν σ' αυτήν Άγγελοι, έτσι κι εσύ ένωσες αυτά που ήσαν πριν χωρισμένα, αφού μπήκες στη μέση Θεού και ανθρώπων κι έγινες σκάλα, για να κατεβεί σε μάς ο Θεός, που πήρε το αδύναμο προζύμι μας και το ένωσε με τον εαυτό Του κι έκανε τον ανθρώπινο νου που βλέπει τον Θεό.
Πού θα αποδώσουμε ακόμη τα κηρύγματα των Προφητών; Σ' Εσένα, αν θέλουμε να δείξουμε ότι είναι αληθινά! Γιατί, ποιο είναι το Δαβιτικό μαλλί του προβάτου που πάνω του έπεσε σαν βροχή ο Υιός του Θεού, που είναι συνάναρχος με τον Πατέρα; Δεν είσαι Συ ολοφάνερα;
Ποια είναι επίσης η Παρθένος, που ο Ησαϊας προορατικώς προφήτευσε ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιόν τον Θεό, που είναι μαζί μας;
Και ποιο είναι το βουνό του Δανιήλ, από το οποίο κόπηκε πέτρα, αγκωνάρι, ο Χριστός, χωρίς να υποκύψει σε ανθρώπινο εργαλείο;
Ας έρθει ο Ιεζεκιήλ ο θεϊκότατος κι ας δείξει πύλη που έχει κλειστεί και που πέρασε από μέσα της μόνο ο Κύριος και παραμένει κλειστή.
Εσένα, λοιπόν, κηρύττουν οι Προφήτες. Εσένα διακονούν οι Άγγελοι και υπηρετούν οι Απόστολοι. Εσένα σήμερα, καθώς αναχωρούσες προς τον Υιό Σου, περιτριγύριζαν ψυχές Δικαίων και Πατριαρχών και το άπειρο πλήθος των θεοφόρων Πατέρων, που συγκεντρώθηκαν από τα πέρατα της γης, σαν μέσα σε σύννεφο, ψάλλοντας ύμνους ιερούς σ' Εσένα, την πηγή του ζωαρχικού σώματος του Κυρίου, πλημμυρισμένοι από τα θεία συναισθήματα.
Ω, πως η πηγή της ζωής μεταφέρεται προς την ζωήν δια μέσου του θανάτου! Πώς να ονομάσουμε το μυστήριο τούτο που σχετίζεται με Σένα; Θάνατο; Μα, αν και η πανίερη και μακαρία ψυχή Σου χωρίζεται από το αμίαντο σώμα Σου και αυτό το σώμα Σου παραδίδεται στην ταφή, όμως δεν παραμένει στο θάνατο κι ούτε διαλύεται από τη φθορά. Όπως ο ήλιος, ο ολόλαμπρος και πάντα φωτεινός, όταν σκεπαστεί για λίγο από το σώμα της σελήνης, φαίνεται σαν να χάνεται και το σκοτάδι να παίρνει τη θέση της λάμψης του, μα αυτός δεν χάνει το φως του, αλλά έχει μέσα του την πηγή του φωτός. Έτσι κι Εσύ, αν και καλύπτεσαι σωματικά από τον θάνατο για κάποιο χρονικό διάστημα, εντούτοις αναβλύζεις πλούσια, καθαρά κι ατέλειωτα τα νάματα του θείου φωτός και της αθάνατης ζωής, ποταμούς χάριτος και πηγές ιαμάτων.
Εσύ άνθισες σαν δένδρο γλυκύτατο κι είναι ο καρπός Σου ευλογία στο στόμα των πιστών! Γι' αυτό και δεν θα ονομάσω θάνατο την ιερή μετάστασή Σου, αλλά κοίμηση ή αποδημία ή ενδημία, για να εκφρασθώ καλύτερα, αφού, φεύγοντας από την κατοικία του σώματος, πηγαίνεις να κατοικήσεις στα καλύτερα, στα δεξιά του θρόνου του Υιού Σου.
Άγγελοι μαζί με Αρχαγγέλους Σε μεταφέρουν από τη γη στους ουρανούς. Καθώς περνάς ευλογείται ο αέρας και ο αιθέρας καθαγιάζεται. Χαίροντας υποδέχεται ο ουρανός την ψυχή Σου. Σε προϋπαντούν οι ουράνιες δυνάμεις με ύμνους ιερούς και τελετή χαρμόσυνη: «τις αυτή η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη, εγκύπτουσα ωσεί όρθρος;». Είσαι ωραία, λένε οι ουράνιες δυνάμεις, σαν το φεγγάρι κι όλα τα Χερουβίμ εκπλήσσονται και τα Σεραφείμ Σε δοξάζουν, Εσένα που δεν ανέβηκες μονάχα ως τον ουρανό, σαν τον Προφήτη Ηλία, ούτε μονάχα μέχρι τον τρίτο ουρανό, σαν τον Απόστολο Παύλο, αλλά έφτασες μέχρις αυτόν τον θρόνο του Υιού Σου και στέκεις κοντά Του με πολλή κι ανείπωτη παρρησία.
Έγινες, λοιπόν, ευλογία για όλον τον κόσμο, αγιασμός για το σύμπαν, άνεση για τους κουρασμένους, παρηγοριά για τους πενθούντες, θεραπεία για τους αρρώστους, λιμάνι για του θαλασσοδαρμένους, συγχώρηση για τους αμαρτωλούς, παρηγοριά για τους λυπημένους, πρόθυμη βοήθεια για όλους που σε επικαλούνται, αρχή και μέση και τέλος όλων των αγαθών που ξεπερνούν τον νου μας.
Πώς υποδέχθηκε ο ουρανός αυτήν που έγινε πλατύτερη απ' αυτόν; Και πώς ο τάφος δέχθηκε Αυτήν που δέχθηκε μέσα Της τον Θεόν; Ω μνήμα ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και προσκυνητό, που και τώρα το περιποιούνται Άγγελοι, παρευρισκόμενοι με πολύν σεβασμό και φόβο, και άνθρωποι που έρχονται σ' αυτό με πίστη, τιμώντας το, προσκυνώντας το, φιλώντας το με μάτια και χείλια και με πόθο ψυχής αντλώντας πλούτο αγαθών.
Εμπρός, λοιπόν, ας ταξιδέψουμε νοερά μακριά απ' τη ζωή αυτή μαζί με την Παναγία, που φεύγει απ' τη γη αυτή.
Ελάτε όλοι με πόθο καρδιακό, ας κατεβούμε στον τάφο μαζί με την Παρθένο που κατέρχεται σ' αυτόν. Ας παρασταθούμε ολόγυρα στο ιερότατο κρεβάτι της.
Ας ψάλουμε ύμνους ιερούς, τέτοια περίπου λέγοντας μελωδικά άσματα: «Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου». Χαίρε αμνάς που γέννησες τον Αμνό του Θεού. Χαίρε συ που είσαι πιο πάνω από τις αγγελικές δυνάμεις. Χαίρε η δούλη και Μητέρα του Θεού. Αμήν.


Επικαιρα κηρύγματα

Σάββατο, Αυγούστου 12, 2017

Ἐπὶ σοί Χαίρει, Κεχαριτωμένη. πᾶσα ἡ κτίσις-Φ. Κόντογλου


 «Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων. χείλη δὲ πιστῶν τῇ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω: Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή». «Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ») κι ἂς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλα Παρθένε ἁγνή».
Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα:
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». «Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ’ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους.
 Ἄμποτε, Παναγiα μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλυτώσεις ἀπὸ τὰ βάσανα». Μὰ ποιὸς ἀπὸ μᾶς γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι’ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: «Σ’ ὅλους τούς δρόμους ποὺ πορεύονται oἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vά σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἀλλοίμονο! οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νάχει; Ὅπου ν’ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια.
Γι’ αὐτὸ κι’ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι. Πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δὸς μοι τῷ δούλω σου τῷ ταπεινῶ καὶ ἀθλίω».
«Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε νά μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφτασε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι’ ἄθλιο δοῦλο σου».
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων, τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων.
Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ’ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Γι’ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή», «Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα», «Ὀξεία ἀντίληψη», «Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα, ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε.
Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη. Γιατί ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογῆς βάσανο. Κι’ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια τῆς ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του, ποὺ πέρασε τὴν καρδιὰ τῆς σπαθὶ δίκοπο.
Σὲ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τὴν Παναγία μὲ τραγούδια κοσμικά, σὰν νάναι καμιὰ φιληνάδα τους, μὰ ἐμεῖς τὴν ὑμνολογοῦμε μὲ κατάνυξη βαθειά, θαρρετὰ μὰ μὲ συστολή, μὲ ἀγάπη μὰ καὶ μὲ σέβας, σὰν μητέρα μας μὰ καὶ σὰν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας νὰ τὴ δεῖ τί ἔχει μέσα καὶ νὰ μᾶς συμπονέσει.
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, «τὸ χαροποιὸν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερός του ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καὶ ἡ δωδεκάτειχος πόλις».
Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικὸ περιβόλι ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ λογῆς λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καὶ τὰ πιὸ μυρουδικά, τὰ πιὸ ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καὶ μαζί της χαίρεται μὲ μία χαρὰ πνευματική:«Ἐπὶ Σοί χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, ἡγιασμένε ναὲ καὶ παράδεισε λογικέ, παρθενικὸν καύχημα, ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἡμῶν».
Ἀπορεῖς τί νὰ πρωτοδιαλέξεις ἀπ’ αὐτὴ τὴν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πὼς ὁ ἀγέρας, τὰ βουνά, oἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τὰ χωριὰ oἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματικὴ ἀπ’ αὐτὸ «τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ’ αὐτὴ «τὴν μανναδόχον στάμνον ποὺ ἔχει μέσα «μύρον τὸ ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μὲ τόνομά της, τὰ βουνά μας, οἱ κάμποι, τὰ νησιά, τ’ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπὸ τὰ ξωκκλήσια της, τὰ καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στὴ μάσκα καὶ στὴν πρύμη τὸ γλυκύτατο ὄνομά της. Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοί χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «Γιὰ Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση. Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες, θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρισε τὶς καρδιές μας.
Σήμερα τ’ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας, τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά, τ’ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, τὸ κάθε τί πανηγυρίζει κι’ ἀγάλλεται..
Ὤ! Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός, ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας! Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα: «Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχᾶς ἡμῶν».
Ἀληθινὰ λέγει καὶ σ’ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτω σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς…».
Ἀλλὰ τὸ ξαναλέγω. Τί νὰ πεῖ κανένας πρῶτα καὶ τί ὕστερα, ἀπὸ τὰ τόσα πνευματικὰ ὑμνολογήματα ποὺ προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιὲς στὴν Παναγία, στὸ «Ρόδον τὸ ἀμάραντον», ποὺ μοσκοβόλησε καὶ ἁγίασε τὴν καταβασανισμένη τὴν Ἑλλάδα! Τὴν ὑμνολογήσανε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴν ψαλμωδία, μὲ τὴ ζωγραφική, μὲ τὸ σκαλισμένο ξύλο, μὲ τ’ ἀσήμι, μὲ τὸ μάλαμα, μὲ τὸ κηρομάστιχο, μὲ κάθε τίμιο κι’ ἁγιασμέvο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμέψει στὸν ἄνθρωπο γιὰ νά μπορέσει νά δείξει τὴν ἀγάπη του, τὸ σέβας του, τὴ χαρά του, τὴν πίκρα του, κι’ ὅ,τι ἄλλο ἁγνὸ αἴσθημα ἔχει μέσα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τὸ νὰ πιάσει κανένας νὰ τὰ ἱστορήσει καταλεπτῶς, θὰ ἤτανε σὰν νάθελε vα μετρήσει τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιὰ τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστὰ λουλούδια ἀπὸ τῆς ὑμνωδίας τὸ ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς»
Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἂς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπὸ τὶς Καταβασίες τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ποὺ εἶναι τὸ βυζαντινώτατο, ὅλη ἡ Κωνσταντινούπολη πνευματικὰ πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλὰ ἐκείνη τὴν ἐξαίσια γ’ ὠδὴ ποὺ λέγει: «Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καὶ ἐν τῇ θεία δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».
Οὐράνια ἀπηχήματα!:«Τοὺς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ ὡς ἄφθονη πηγή. Καὶ μὲ τὴ θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νὰ φοσέσουνε τῆς δόξας τὰ στέφανα».
Ἀμὴ ἡ θ’ ὠδὴ ποὺ λέγει: «Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δὲ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τὰ ἱερὰ θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καὶ βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε.»
Ἀμὴ ἐκεῖνα τὰ πανηγυρικὰ αὐτόμελα ποὺ ψέλνουνε στὸν ἑσπερινό τῆς Κοιμήσεως, μὲ μέλος θριαμβευτικὸ καὶ μὲ πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια! Ποιὸς χριστιανὸς Πίνδαρος τὰ σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! «Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς oυρανὸν ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανῆ, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διά Σοῦ τὸ μέγα ἔλεος».
 Ποταμὸς μέγας καὶ βουερὸς ἀναβρύζει καὶ μᾶς δροσίζει, καὶ πίνουνε νερὸ δροσερὸ ψυχὲς ξερὲς καὶ διψασμένες! Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν Παναγία ποὺ εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στὴν κλίνη της, τυλιγμένη μὲ τὸ μαφόρι της μὲ κλεισμένα τὰ μάτια της ποὺ δίνανε παρηγοριὰ στὴν ἀνθρωπότητα, μὲ σταυρωμένα τὰ ἄχραντα χέρια της, ποὺ βαστάξανε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σὰν τὸν κάθε ἄνθρωπο, ἀντὶς λέγω νὰ κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς κείτεται στὸ μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μὲ δάκρυα στὰ μάτια, πλὴν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεθσημανῆ, ποὺ ἔχεις θησαυρισμένο τὸ ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου». Κ’ ὕστερα στρέφει στοὺς χριστιανοὺς ποὺ εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς λέγει μὲ τὸν ἴδιο πνευματικὸ οἶστρο. «Ἂς κράξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν Παναγία, ἔχοντας γιὰ πρωτοψάλτη τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ποὺ τὴ χαιρέτισε μὲ τὰ ἴδια λόγια κατὰ τὴ χαρoύμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι’ ἂς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ ἐσένα, τὸ μέγα ἔλεος».
Θάνατος δὲν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα πού εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς. Κι’ οὔτε μοιρολόγια καὶ ξόδια θρηνητερά, παρὰ χαρὰ ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη ποὺ ἔχει ἀπιθωμένον ἀπάνω της τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς καὶ τὸ κρασὶ τῆς ἀθανασίας, καὶ πίνουνε οἱ χριστιανοὶ καὶ μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καὶ δὲν βρίσκονται πιὰ μπροστὰ σένα λείψανο ποὺ τὸ κηδεύουνε, ἀλλὰ βρίσκονται στὴ Ναζαρέτ, στὸ σπίτι τὸ χαρούμενο καὶ τὸ μοσκοβολημένο ἀπὸ τὴν παρθενικὴ εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε ποὺ ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατὰ κείνη τὴν ἡμέρα πώγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καὶ κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σὰ νάναι ἀθάνατοι, μαζὶ μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος!». Ἡ Κοίμησις γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σὲ χαρά!
Ναί, Δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ χαρά, παρὰ μονάχα στὸ Χριστὸ κι’ αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πώχει τὴ ρίζα του στὸν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρὲς εἶναι χαρὲς ψεύτικες, χωρὶς ρίζα. «Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτη, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς. Ὅταν δὲ γεννήση τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως, διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν oὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν».
Τὰ μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τώρα ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας. Αὐτὰ τὰ λίγα λόγια τὰ φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στὴν καρδιά της καὶ μ’ αὐτὰ κλαίγει καὶ μ’ αὐτὰ χαίρεται. Αὐτὰ τὰ λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μεταλλαχτήκανε σὲ λογῆς λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καὶ βγήκανε ἀπὸ τὶς καιόμενες καρδιὲς τῶν ἁγίων ἀνθρώπων καὶ εὐωδιάσανε τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὸν ἕναν γινήκανε ὕμνοι,ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰκονίσματα, σὲ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σὲ ἄλλον ψαλμός, σὲ ἄλλον ἐκκλησιὰ μὲ κουμπέδες καὶ μὲ ἁγιατράπεζα, σὲ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καὶ βουβὴ κατάνυξη.
Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ σταθήκανε πηγὴ καὶ ἔμπνευση καὶ γιὰ τὸ θρηνητικὸ ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νὰ πῶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σὲ ὅσα ἔγραψε γιὰ τὸ «Χαροποιὸν πένθος»: «Ὅποιος κλαίγει, λέγει αὐτὸς ὁ ἅγιος, καὶ πικραίνεται γιὰ τὸν Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νὰ δεῖ στὴν ψυχὴ του τὴν oὐράνια καὶ θεία παρηγοριά. Κι’ αὐτὴ ἡ οὐράνια παρηγοριὰ εἶναι κάποια ἀνακούφιση καὶ θεϊκὴ ἀλάφρωση, ποὺ παρηγορὰ τὴν πονεμένη καὶ πικραμένη ψυχή, ὁπού θλίβεται γιατί χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες της. Καὶ τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τὰ πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι καταφαρμακωμένη, σὲ κάποια παρηγοριὰ θαυμαστή.
Ὅποιος πορεύεται μ’ αὐτὴ τὴ λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι’ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τὸ ἅγιο καὶ θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μία ὄρεξη πσνεμένης καρδιᾶς, ποὺ γυρεύει μὲ μεγάλη θέρμη τὸν Θεὸ ὁπού τὸν ἐπιθυμὰ πάντα της. Κράτα λοιπὸν καλὰ τὴ χαριτωμένη καὶ τὴν ἥμερη καὶ τὴν ἅγια λύπη, ποὺ κάνει τὴν ψυχή σου νά θλiβεται ἀντάμα καὶ νὰ χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλὰ τὴν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ξεσταίνουμαι καὶ θαυμάζω, πῶς ἐτοῦτο ποὺ λέγεται κλάψιμο καὶ λύπη, καὶ ποὺ φαίνεται πολὺ πικρὸ κι’ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καὶ σμιγμένη τὴ χαρά, καὶ τὴν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τὸ κερὶ μὲ τὸ μέλι στὴν μελόπητα. Καὶ σέρνει ἐκείνους ποὺ τὴν ἀξιωθήκανε μὲ πόθο μεγάλον καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπη, καὶ φοβοῦνται νὰ μὴν τὴν χάσουνε, καὶ τὴν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ’ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ’ ἀκριβὰ πετράδια καὶ τ’ ἀσημοχρύσαφα.
Εἶναι μία ἥμερη χαρὰ κ’ ἕνα θεϊκὸ χάρισμα. μὲ τὸ ὁποῖο στολίζει ὁ Θεὸς τοὺς φίλους του, καὶ κάνει νὰ ἔχουνε μίαν ἀληθιvὴ χαρὰ καὶ ὄρεξη γιὰ τὸν Θεό, ποῦναι συντροφιασμένη μὲ κάποια θεραπευτικὴ λύπη ὁπού δὲν ἔχει μέσα τῆς καμιὰ σαρκικὴ ἀγάπη, παρὰ μονάχα μία παρηγοριὰ ἀγγελικὴ καὶ οὐράνια. Μὲ τὴν ὁποία παρηγορὰ ὁ Θεὸς κρυφὰ ἐκείνους ποὺ συντρίβουνε μὲ πόνο καὶ μὲ ταπείνωση τὴν καρδιά τους».
 Ἄμποτε νὰ τὴν ἀξιωθοῦμε κ’ ἐμεῖς, μὲ τὴ χάρη τῆς Παναγίας ποὺ γιορτάζουμε σήμερα. Ἀμήν.

Παρασκευή, Αυγούστου 11, 2017

Χριστιανών η προστάτις, των θλιβομένων η χαρά

Παναγία Πορταϊτισσα, Αστυπάλαια

Τις μέρες τούτες τις ευλογημένες τις δεκαπενταυγουστιάτικες, πού η Εκκλησία μας σταθερά επανέρχεται στην λαμπρή πανήγυρη του θερινού πάσχα και όλα αστράφτουν και λάμπουν στην Χάρη της Παναγιάς μας, μια αδιόρατη θλίψη ευγενικιά, μας συγκλονίζει και συντονίζει τα κρύφια αισθήματα της χαρμολύπης μας.
Είναι νηστήσιμες αυτές οι μέρες, γιατί είναι μέρες περισυλλογής, αφιερωμένες στην αγνότητα, γιατί κατ εξοχήν αγνή είναι και η Παναγία η Παρθένα. Και φιλτράρονται εξαίσια μέσα στην αποκάρωση της καρδιάς της καλοκαιρινής κάψας, όπου πάσα σαρξ βροτεία σιγεί και παραμένει ανενεργή στην αμαρτία και τα πάθη και αυτή την δραστηριότητα της πολυπραγμωσύνης μας.Είναι αυτός ο καιρός πού από την μια λάμπει και γεμίζει ευφροσύνη τις ψυχές, ευφροσύνη τέτοια πού την πλαισιώνουν θυμιάματα και τροπάρια παρακλητικά της αρχαίας ευγένειας της πονεμένης μας φυλής και από την άλλη αίθει, θυμίζοντας καρδιές φλεγόμενες από τον θείο έρωτα, αλλά και κατατρυχόμενες από τον καύσωνα των παθών, πού ζητούν τον δροσισμό τους.
Και τότε η παραμυθία, η παράκλησις των πενθούντων, η γλυκασμός των αγγέλων, των χριστιανών η προστάτις, των θλιβομένων η χαρά, έρχεται ως αύρα λεπτή και αναψυχή των καμνόντων, να παρηγορήσει, να ενισχύσει, να δώσει την απόκρυφη ελπίδα την μένουσα χαρά, γι αυτούς πού απόκαμαν από τον καύσωνα της κακίας και γονάτισαν παραδομένοι μέσα στον κλύδωνα και τον παθών τον τάραχο.Έρχεται η δεσπόζουσα, η γαληνή, η μειλίχια, η θεϊκή της μορφή για να ελκύσει τον πόνο των ψυχών, των σωμάτων τον κάματο, να ακούσει θρήνους ανθρώπων αποκαμωμένων από την Κακία του κόσμου, των ασθενών τις ικεσίες, αυτών πού αγαπήσαν το παράπονο και αυτών πού θέλουν να πιστέψουν τα ρωτήματα.
Άνθρωποι σφάζονται εκατέρωθεν στο όνομα του θεού τους, οι πτωχοί παραγκωνίζονται και συνθλίβονται, ασθένειες με νέα εντυπωσιακά ονόματα της ψυχής και του σώματος και πάθη αρχαία ταλανίζουν τον άνθρωπο, η θλίψη πλεονάζει, η απελπισία θρονιάζεται δέσποινα του κόσμου και η απιστία αναίσχυντα κομπάζει για την κυριαρχία της πάνω στους ανθρώπους. Ει δυνατόν πλανώνται και οι εκλεκτοί και ο άνθρωπος κουφάρι άψυχο και πτώμα στολισμένο τις μεγάλες βλασφημίες σήπεται μέσα στην χαρά του κόσμου τους.
Αλλά η Παναγιά στέκει ως είναι και ως ήταν, στο εικόνισμα το ορθόδοξο της, στις καρδιές αυτών πού πονάνε και ακόμα ελπίζουνε. Είναι η Μάνα του Θεού και είναι η Μάνα του Πόνου.Αγάπη,αγάπη παντού. Μια αγάπη φτιαχτή , ένα σύνθημα να ντυθεί η αμαρτία, η απιστία, η κυνική απεμπόληση κάθε ιερού για την αγάπη του Κόσμου, για την συναίνεση των πορνών , για την ταύτιση με την αρρώστια και την λέπρα πού κατατρώει τους εμπόρους συναισθημάτων. Αλλά η Εικόνα της παραμένει αγνή!Παραμένει ατόφια μητρική, ατόφια ορθόδοξη, χαρά ατόφια πνευματική και παράκληση μοναδική! Δεν έχουμε εδώ επιπεδο συναισθηματισμό και συναίνεση στην ανομία. Έχουμε την τελευταία και μόνη αυθεντικότητα της θεοφανείας. Είναι το έσχατο της αλήθειας καταφύγιο. Πού δεν ξεγελά. Δεν εκβιάζει. Δεν απαιτεί. Αλλά την άχραντη μαντήλα της απλώνει για να σκουπίσει τον ιδρώ του καμάτου, τα δάκρυα του πόνου, της αμφιβολίας να σκεδάσει τα νέφη και των λυπηρών τις επαγωγές. Η ατόφια αγάπη στην Παναγία επιβιώνει, γιατί είναι η μήτρα της αγάπης και του Χριστού η μητέρα.Είναι η Εικόνα η Εσχάτη της Αγάπης. Αυτό πού αναζητά ο τυφλός επαίτης ο άνθρωπος, μέσα στο φως το τεχνητό των διαβόλων του κόσμου.Είναι το Άγιο Φως το τελευταίο, το αυτομάτως απτομενος , ο φάρος πού λάμπει από μακρυά, στις απόκρημνες του κόσμου ακτές, η τελευταία γνήσια φλόγα, στο περίλαμπρο αυτό και φτιαχτό πανηγύρι των ψεύτικων φωτοχυσίων , πού εντυπωσιάζουν τόσο τους υπερήφανους.Είναι ο έλεγχος και η κρίση του σκοταδιού και η δραχμή η απολομένη , πού η παρθένα ψυχή αναζήτησε και βρήκε και εισήλθε φωτοφόρα και χαρούμενη στο Γάμο του Κυρίου της, συγκαλώντας τα αδέρφια της τους ανθρώπους σε χαρά μεγάλη για το εύρημα.
Κάτω από τον σταυρό σταυρώνεται η ίδια. Μπρος το κενό μνήμα ανασταίνεται. Είναι η μάνα η αρχέγονη του ανθρώπου πού βίωσε όλο τον πόνο και την δυστυχία του και άκουσε τα παράπονα και τις θλίψεις χριστιανών και αλλοφύλων, ιερέων και λαϊκών, βασιλέων και πενήτων,αγίων και αμαρτωλών. Είναι η ανακούφιση, η πάντων χαρά, η μεγάλη επιστροφή στην αρχαία αυτή ευγένεια του ανθρώπου, όταν βγήκε από την πνοή του Θεού, άγιος και ζωντανός.Πονεμένα είναι τα τροπάρια πού της ψάλλουμε γιατί νιώθει από πόνο και πονεμένη, σταυρωμένη είναι και η δική μας πίστη. Χαρούμενοι οι ύμνοι στην κοίμηση της, γιατί είναι κοίμηση της ζωής, επιστροφή στον Υιό και Θεό της, πασχαλινό εικόνισμα της δικής μας ανάστασης.
Η Παναγιά ξεπερνά τα όρια της δικής μας πίστης και της δικιάς μας θρησκείας. Αγκαλιάζει το σύμπαν σαν μάνα οικουμενική, σαν αρχετυπη Μάνα και Καταφυγή. Στην χάρη της προσπίπτουν αλλόφυλοι. Την βοήθεια της επικαλούνται αλλόθρησκοι. Το Πρόσωπο της προσκυνούν και οι εθνικοί. Είναι οικειοτέρα του Υιού της για την πλειονότητα δικών και ξένων. Δεν είναι μόνο αυτή η Μητρική Φιγούρα πού συγκινεί και ελκύει. Βαθιά μέσα του και ο μυημένος και ο αμύητος γνωρίζει, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν τον σπόρο να τα γνωρίζουν μυστικά όλα αυτά, πώς η Παναγία είναι ο Τελειοποιημένος Άνθρωπος. Το Παιδί του Θεού. Ο Θεωμένος. Η νίκη του ανθρώπου πάνω στην αμαρτία. Ο άνθρωπος στον οποίο απόλυτα ευδόκησε ο Θεός και συμφιλιώθηκε μια για πάντα μαζί του.Αυτά η ταπεινή και δεκτική καρδιά τα ψυχανεμίζεται ανεξάρτητα από φυλή, θρησκεία, παιδεία ή γένος. Και αυτή η μυστική η δύναμη και η έλξη πού τρέφουν τέτοια αγάπη και οικειότητα. Μόνο ένας δαιμονισμένος, καθ όλα αμαυρωμένος άνθρωπος, καν ονόματι Χριστιανός, μπορεί να απορρίψει το θεομητορικό πρόσωπο. Η απόλυτη υπερηφάνεια πού είναι η απόλυτη μωρία. Πού είναι η απόλυτη θλίψη, θλίψη τόσο διεστραμμένη πού δεν δέχεται πιά την Χαρά και επειδή μυστικά τον βασανίζει, αγαπά το σκότος μάλλον , ει την Ζωή των ανθρώπων.
Ξέχωρα και πάνω απ όλα το επαναλαμβάνουμε είναι η Μάνα του Πόνου, είναι η Μάνα της Παράκλησης. Γι αυτό την αγαπάμε τόσο, διότι δεν παύουμε να θλιβόμαστε και να κατατρυχόμαστε σε αυτόν τον βίο τον πολυκύμαντο. Και αυτή είναι το καταφύγιο και ο γαληνότατος όρμος, πού οδηγεί στην Ειρήνη την μένουσα, τον Υιό και Θεό της. Γι αυτό και αν ψάλλουμε πασχαλινά τροπάρια και πανηγυρίσουμε την έξοδο της την λαμπρή, θα μας μείνει και μετά και για πάντα. αυτή η αδιόρατη μα έντονη του δεκαπενταύγουστου χαρμολύπη, αυτή η μυστική συγκίνηση , πού σάρκα έχει την ρωμαίικη ψυχή μας την θεομητοροστολισμένη και για ψυχή την νοσταλγία της χαράς των αγγέλων, της χαράς να ζούμε στον κόσμο του Υιού της. Και Αυτή παραμένει η θύρα η μυστική για αυτή την Ζωή.

ππκ 11-8-2016

Πέμπτη, Αυγούστου 10, 2017



Έχει ακόμα κάτι ανθρώπους του λαού μας, αγνούς και πονεμένους, πού ζουν με τον καημό και την ανημπόρια όλου του κόσμου στα στήθια τους. 

Αυτοί φέρνουν στον νου τους και βλέπουν στον ύπνο τους την Παναγία, σαν μάνα μαυροφόρα, θλιμμένη και βασανισμένη γυναίκα, άνθρωπο του πόνου, όπως ο Υιός της κατά τον Ησαΐα.

Είναι το καθρέφτισμα της ψυχούλας τους, αυτή η παράσταση της Παναγίας, η αρχοντικιά θλίψη πού βρίσκεται ακόμα στους ανθρώπους του Θεού. 

Μετά έρχονται οι κοιλαράδες και οι ευδαίμονες, αυτοί για τους οποίους ο Χριστός είπε:"ουαί οι γελώντες" και χλευάζουν την πίστη αυτών των θλιμμένων, σαν τους χωριάτες πού πατούν με τις αρβύλες τους τα ταπεινά και όμορφα κρίνα του αγρού...

Γι αυτούς πού ξέρουν να τον αγαπούν( ο άγιος Λαυρέντιος)

Του αγίου Λαυρεντίου του αρχιδιακόνου. Σήμερα γιορτάζουμε την παρρησία, το θάρρος και την παλληκαριά πού δίνει ο Χριστός σε όσους ξέρουν να Τον αγαπούν.
Επειδή ήταν διαχειριστής της Εκκλησίας, τον διέταξαν να παραδώσει τους θησαυρούς της. Ο Λαυρέντιος δέχθηκε, και μετά από λίγο επέστρεψε με μια μεγάλη φάλαγγα αμαξών, γεμάτες φτωχούς, ορφανά και αναπήρους. Και απάντησε στον ηγεμόνα ότι σε όλους αυτούς τους πάσχοντες είναι αποταμιευμένοι οι θησαυροί της Εκκλησίας, «ὅπου οὔτε σῆς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν» (Ευαγγέλιο Ματθαίου, στ' 20). Δηλαδή, όπου ούτε σκόρος, ούτε σαπίλα και σκουριά αφανίζουν αυτούς τους θησαυρούς, και όπου ούτε κλέφτες μπορούν να τρυπήσουν τους τοίχους αυτών των θησαυροφυλακίων, για να κλέψουν το πολύτιμο περιεχόμενο τους. Εξαγριωμένοι τότε οι ειδωλολάτρες, έψησαν το Λαυρέντιο ζωντανό, πάνω σε σιδερένια σχάρα.
Όταν ο τύραννος τον ρώτησε αν αισθάνεται άνετα στην πυρωμένη σχάρα, για να τον ειρωνευτεί και να επιτείνει το μαρτύριο του, ο άγιος με ηρεμία του απάντησε: Έχει ψηθεί από αυτή την πλευρά, μπορείς να με γυρίσεις. Αυτό το ήθος θάρρους, αγωνιστικότητας και παρρησίας, μαζί με ένα θεόπνευστο χιούμορ, διέκρινε αυτούς τους αρχαίους χριστιανούς μάρτυρες γιατί ήταν πλήρεις από τον πόθο του Χριστού. Αυτός ο πόθος τους γέμιζε χαρά ανεκλάλητη και γαλήνη, τέτοια γαλήνη πού είναι πάνω και από την ηρεμία πού φέρει το όποιο καθήκον. Οι άγιοι μάρτυρες ήταν όλοι Χριστός. Στην κάθε κακοπάθεια ας μην χάνουμε το θάρρος και την διάθεση να βλέπουμε τα πράγματα ως κέρδος πνευματικό. Πάνω απ όλα τον χριστιανό ορίζει η γενναιότητα.

Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2017

Georghiou Virgil-[Άνοιξα τα μάτια μου μπροστά σε μια εικόνα]


Στὸ λεξικὸ διαβάζουμε πὼς ἡ λέξη εἰκόνισμα, ἑλληνικὰ θὰ πεῖ εἰκόνα.

Ἕνα εἰκόνισμα εἶναι ἀληθινὰ μία εἰκόνα• ὅμως μία εἰκόνα ποὺ δὲν εἶναι ἀποκλειστικὰ ἐπίγεια. Μία εἰκόνα θεανδρική, οὐράνια κι ἐπίγεια μαζί. Ποὺ συγκερνάει τὴ θεϊκὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ὅπως τὸ δείχνουν οἱ δυὸ λέξεις ποὺ συνθέτουν αὐτὸ τὸ ἐπίθετο: Θεὸς καὶ ἀνήρ.

Μία φωτογραφία, ποὺ εἶναι μία ἐπίγεια εἰκόνα, ἀκόμα κι ὅταν εἰκονίζει ἕναν ἅγιο, δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμέψει σὰν εἰκόνισμα. Οἱ κανόνες τῆς ὀρθόδοξης εἰκονογραφίας τὸ ἀπαγορεύουν κατηγορηματικά. Ἂν καμμιὰ μέρα βροῦν τὴ φωτογραφία κάποιου πολυσέβαστου ἁγίου, δὲν θὰ μπορέσουν ν’ ἀντικαταστήσουν μ' αὐτὴν τὸ εἰκόνισμά του. Γιατί ἡ φωτογραφία εἶναι ἀποκλειστικὰ ἡ ἐπίγεια εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνῶ ἀντίθετα τὸ εἰκόνισμα εἶναι ἡ ἁγνὴ κι ὁλοκληρωτική τοῦ ἀνθρώπου εἰκόνα, μ' ὅλες τὶς ἐπίγειες καὶ οὐράνιες διαστάσεις του.

Μέσα σ' ἕνα εἰκόνισμα ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου ἀπογυμνώνεται ἀπὸ κάθε οὐσία βαρειὰ καὶ φθαρτή, ποὺ περιέχει στὴ ζωή. Κι εἶναι σωστὸ ν' ἀπογυμνώνεται ἔτσι, νὰ περιορίζεται στὶς ἀρχικές της γραμμές. Γιατί οἱ ἅγιοι, ποὺ τὸ εἰκόνισμα παρισταίνει, εἶναι ἄντρες ἀπὸ σάρκα καὶ ὀστᾶ, ποὺ τὴ ζωὴ τους ὅμως τὴ ζήσανε ἀγγελικὰ• καὶ οἱ ἄγγελοι δὲν εἶναι καμωμένοι ἀπὸ ὕλη. Σ’ ἕνα εἰκόνισμα, λοιπόν, τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι γυμνωμένα, ἀλαφρωμένα, ἐξαγνισμένα, καθαρισμένα ἀπὸ κάθε λάσπη, ἀπὸ κάθε σκόνη, κι ἀπ' ὅλα τὰ ἐπίγεια ὑλικά, βαριὰ κι ἐφήμερα. Μέσα στὸ εἰκόνισμα ἡ ἀνθρώπινη ὄψη παριστάνεται ἁγνὴ καὶ παρόμοια μὲ τὸ πρωτότυπο τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν ἐπίγεια ζωὴ του ὁ ἅγιος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τέτοιος ποὺ τὸν παρουσιάζει τὸ εἰκόνισμα. Ἀπαράλλακτα ὅπως καὶ στὴ φύση δὲν βρίσκεται νερὸ ἀπόλυτα ἁγνό. Καὶ τὸ πιὸ κρυσταλλένιο νερὸ κλείνει μέσα του ἅλατα, γκάζια κι ἄλλες οὐσίες ξένες στὴ φύση του. Τ’ ὁλοκάθαρο νερό, ἀπὸ ὑδρογόνο καὶ ὀξυγόνο, ὅπως ὁ τύπος τῆς χημείας, δὲν ὑπάρχει παρὰ στὴ θεωρία. Κι ἂν ἀκόμα τὸ γνήσιο νερὸ βρισκότανε στὴ φύση, δὲ θὰ ἤτανε πόσιμο: τὸ γνήσιο, τὸ ἁγνὸ χημικὰ νερό, δὲν πίνεται.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν ἐπίγεια ζωή του δὲν εἶναι καθάρια, ὅπως δὲν εἶναι καθάριο καὶ τὸ νερὸ ποὺ πίνουμε. Εἶναι βαρειὰ καὶ μολυσμένη ἀπὸ σωρὸν ἀκαθαρσίες, ποὺ προστέθηκαν στὴν ἀρχική της φύση, καὶ δὲν ἔχουν μαζί της καμμιὰ σχέση.

Στὸ ὀρθόδοξο εἰκόνισμα ὁ ἄνθρωπος παρασταίνεται τέτοιος ποὺ ἤτανε στὴν προέλευσή του, ὅπως ἤτανε στὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Κάθε εἰκόνισμα ἀνταποκρίνεται στὸ ἀρχέτυπο, στὸ πρωτότυπο τοῦ ἀνθρώπου. Στὸ εἰκόνισμα μέσα, τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἐλευθερώνεται ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς ὕλης, τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου. Ἡ ἀνθρώπινη παράσταση, περιορισμένη ἔτσι στὸ πρῶτο της σχῆμα, καὶ στὶς ἀρχικές της ἰδιότητες, γίνετ' αἰώνια, καὶ παρόμοια μὲ τὸ Θεό, εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του.

Ἕνα εἰκόνισμα, λοιπόν, δὲν παρισταίνει μία πραγματικότητα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ἐδῶ κάτω. Κάθε εἰκόνισμα εἶναι κι ἕνα παράθυρο, ποὺ ἀνοίγει πρὸς τὸν οὐρανό. Κ’ ἡ ζωγραφιὰ ποὺ βλέπουμε στὸ εἰκόνισμα μέσα εἶναι μία πραγματικότητα ἀπὸ κεῖ ψηλά. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ἡ ὄψη τοῦ ἁγίου εἴτε τῆς ἁγίας ποὺ τὸ εἰκόνισμα παρασταίνει, εἶναι αὐτὲς ποὺ ζήσανε πάνω στὴ γῆ, κι εὔκολα εἶναι νὰ τὶς ἀναγνωρίσουμε. Ἀλλὰ ὄχι κατὰ τοὺς νόμους τῆς σάρκας. (Β' Κόρ. 5,16). Γιατί τώρα γίναμε ὑπάρξεις ἐπουράνιες, καὶ κανεὶς δὲν ἀνεβαίνει στὸν οὐρανὸ μὲ τὸ σάρκινο περίβλημά του. Τὸ ἔργο αὐτῶν ποὺ ζωγραφίζουν εἰκονίσματα, τῶν εἰκονογράφων, εἶναι πολὺ δύσκολο. Γιατί εἶναι πολὺ δύσκολο, ἂν ὄχι ἀδύνατο, σ’ ἕνα θνητὸ χέρι νὰ ζωγραφίσει, μὲ φθαρτὰ ὑλικὰ — λάδι, μελάνι, χρώματα — πραγματικότητες ποὺ βρίσκονται στὸν οὐρανό, καὶ ποὺ εἶν’ αἰώνιες. Ὁ ζωγράφος ποὺ θέλει νὰ φτάσει ὅσο τὸ δυνατὸ πιὸ κοντὰ στὸ θεϊκὸ καὶ οὐράνιο πρότυπο, ζωγραφίζοντας μία εἴκονα, ἔχει ἕνα μόνο τρόπο: νὰ μεταχειριστεῖ σύμβολα. Νὰ παρουσιάσει δηλαδὴ μία πραγματικότητα ὑπέρτατη, μ’ ἕνα τρόπο πλάγιο, γιατί μία τέτοια πραγματικότητα δὲ συλλαμβάνεται κατὰ τρόπο ἄμεσο.

Ἕνα μόνο εἰκόνισμα τέλειο ὑπάρχει στὴν Ἐκκλησία, καὶ εἶναι ἀχειροποίητο, δηλαδὴ δὲν τὸ δούλεψε ἀνθρώπινο χέρι. Παρισταίνει τὴν ὄψη τοῦ Χριστοῦ τυπωμένη ἀπὸ κάποια δύναμη θαυματουργό, δίχως τὴ βοήθεια ἀνθρώπινου χεριοῦ, καὶ εἶναι γνωστὸ μὲ τὸ ὄνομα «Τὸ Πανάγιο Πρόσωπο».

Ἂν ἑξαιρέσουμε τούτη τὴν ἀχειροποίητη εἰκόνα, ὅλες οἱ ἄλλες εἰκονίζουν, μὲ ὑλικὰ ἐπίγεια καὶ μὲ τῶν συμβόλων τὴ βοήθεια, τὴ θεία πραγματικότητα τ' οὐρανοῦ.


Τρίτη, Αυγούστου 08, 2017

π.Σεραφείμ Ρόουζ: Από επιστολή στους γονείς του...

Είναι αλήθεια ότι στην αρχή επέλεξα την ακαδημαϊκή ζωή, διότι ό θεός μου έδωσε ένα μυαλό για να Τον υπηρετώ και ό ακαδημαϊκός κόσμος είναι ό κατεξοχήν χώρος στον όποιον υποτίθεται ότι χρησιμοποιείται το ανθρώπινο μυαλό. Όμως πλέον, μετά από οκτώ ή εννέα χρόνια στα πανεπιστήμια, ξέρω καλά τί γίνεται εκεί. Λίγοι εκτιμούν και σέβονται το μυαλό και αυτοί είναι καθηγητές της «παλιάς σχολής», οι όποιοι σύντομα θα εκλείψουν.
Για τούς υπολοίπους είναι ζήτημα εξασφάλισης χρημάτων και μιας σταθερής θέσης στην ζωή – χρησιμοποιούν το μυαλό σαν ένα είδος παιχνιδιού, κάνουν έξυπνα τρικ με το μυαλό και πληρώνονται γι’ αυτό όπως οι κλόουν στον τσίρκο. Στις μέρες μας έχει εκλείψει από’ τούς ανθρώπους ή αγάπη για την αλήθεια και αυτοί πού διαθέτουν μυαλό, πρέπει να εκπορνεύουν αυτό το τάλαντο τους για να τα βγάζουν πέρα. Εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο, διότι ή αγάπη μου για την αλήθεια είναι πολύ μεγάλη. Για μένα ή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία είναι απλώς μια δουλειά δεν πρόκειται να γίνω δούλος σ’ αυτήν. Δεν υπηρετώ το Θεό στον ακαδημαϊκό κόσμο, απλώς κερδίζω τον επιούσιο. Αν πρόκειται να υπηρετήσω το Θεό σ’ αυτόν τον κόσμο και ν’ αποφύγω έτσι να κάνω τη ζωή μου μια πλήρη αποτυχία, θα πρέπει να το κάνω εκτός των ακαδημαϊκών κύκλων.
Έχω αποταμιεύσει ένα μικρό ποσόν και ελπίζω να κερδίσω λίγα χρήματα ακόμα με καμιά δουλίτσα. Πιστεύω ότι θα τα βγάλω πέρα οικονομικά για ένα χρόνο, κάνοντας αυτό πού υπαγορεύει ή συνείδησή μου: να γράψω ένα βιβλίο για την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου σήμερα – θέμα για το όποιο, με τη χάρη του Θεού, γνωρίζω ορισμένα πράγματα. Το βιβλίο μάλλον δεν θα πουλήσει καθότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να θυμούνται τα πράγματα πού έχω να τούς πω προτιμούν να βγάζουν χρήματα, παρά να λατρεύουν το Θεό.
Είναι αλήθεια ότι αυτή ή γενιά είναι μπερδεμένη. Το μόνο πρόβλημα με μένα είναι ότι δεν είμαι μπερδεμένος και γνωρίζω πολύ καλά ποιό είναι το καθήκον του ανθρώπου: να λατρεύει το Θεό και τον Υιό Του και να προετοιμάζεται για τη ζωή στον επερχόμενο κόσμο όχι να ζει άνετα κι ευτυχισμένα σ’ αυτόν τον κόσμο εκμεταλλευόμενος τον συνάνθρωπο του και ξεχνώντας το Θεό και τη Βασιλεία Του.
Αν ό Χριστός ερχόταν σήμερα σ’ αυτόν τον κόσμο, ξέρετε τί θα Του συνέβαινε; Θα Τον έκλειναν σε ψυχιατρείο και θα Τον υπέβαλαν σε ψυχοθεραπεία και το ίδιο θα έκαναν στους άγιους Του. Ό κόσμος θα Τον σταύρωνε σήμερα ακριβώς όπως το έπραξε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, διότι ό κόσμος δεν έχει μάθει τίποτα πέρα από το να κατεργάζεται ακόμη δολιότερες μορφές υποκρισίας.
Και τί θα συνέβαινε αν σε κάποια απλώς’ τις τάξεις μου στον πανεπιστήμιο, έλεγα στους φοιτητές μου ότι όλη ή μόρφωση του κόσμου είναι ασήμαντη, συγκρινόμενη με το καθήκον μας να λατρεύσουμε το Θεό, ν’ αποδεχτούμε το Θεάνθρωπο ό Όποιος πέθανε για τις δικές μας αμαρτίες και να προετοιμαστούμε για τη ζωή στον επερχόμενο κόσμο; Το πιθανότερο είναι ότι θα γελούσαν σε βάρος μου και φυσικά οι υπεύθυνοι του πανεπιστημίου αν το μάθαιναν, θα με απέλυαν – διότι είναι αντίθετο με το νόμο το να κηρύσσει κάποιος την Αλήθεια στα πανεπιστήμιά μας. Λέμε ότι ζούμε σε χριστιανική κοινωνία, αλλά αυτόν δεν ισχύει. Ζούμε σε μια κοινωνία πιο ειδωλολατρική και πιο εχθρική προς το Χριστό, από εκείνη στην όποια ό ‘ίδιος γεννήθηκε. Πρόσφατα ένας καθολικός Ιερέας, στον Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στον Λος Αντζελες, τόλμησε να πει ότι το πανεπιστήμιο είχε παγανιστική ατμόσφαιρα και οι ιθύνοντες του πανεπιστημίου τον χαρακτήρισαν «φανατικό» και «παράφρονα». Έλεγε την αλήθεια αλλά οι άνθρωποι μισούν την αλήθεια και γι’ αυτόν ευχαρίστως θα ξανασταύρωναν το Χριστό ανθρώπου ερχόταν ανάμεσα τους.
Είμαι Χριστιανός και θα προσπαθήσω να είμαι ένας έντιμος Χριστιανός. Ό Χριστός είπε να χαρίσουμε όλα μας τα χρήματα και να Τον άκολουθήσουμε. Εγώ απέχω πολύ απλώς’ αυτόν. Όμως θα προσπαθήσω να μη βγάζω παραπάνω χρήματα απλώς’ όσα χρειάζομαι για να ζήσω. Αν το καταφέρω, εργαζόμενος ένα ή δύο χρόνια κάθε φορά σε κάποιο πανεπιστήμιο, τότε εντάξει. Τον υπόλοιπο καιρό όμως σκοπεύω να υπηρετήσω το Θεό με τα τάλαντα πού Εκείνος μου έδωσε. Φέτος έχω την ευκαιρία να το κάνω και θα το κάνω. Ό καθηγητής μου [ο Μπούντμπεργκ] ό όποιος είναι Ρώσος, (ή αγάπη για το Θεό μοιάζει να είναι πιο βαθιά ριζωμένη στους Ρώσους παρά σε άλλους λαούς), δεν προσπάθησε να με εμποδίσει να εγκαταλείψω για ένα χρόνο τον ακαδημαϊκό κόσμο- γνωρίζει πολύ καλά ότι ή αγάπη για την αλήθεια και για το θεό είναι απείρως πιο σημαντική απλώς’ την αγάπη για την ασφάλεια, τα χρήματα, τη φήμη.
Μπορώ μόνο να ακολουθήσω τη συνείδησή μου. Δεν μπορώ να κοροϊδέψω τον εαυτό μου. Ξέρω ότι κάνω το σωστό. Αν αυτό πού κάνω μοιάζει ανόητο στα μάτια του κόσμου, μπορώ μόνο να απαντήσω με τα λόγια του αποστόλου Παύλου: όλη ή σοφία αυτού του κόσμου, δεν είναι παρά μωρία στα μάτια του Θεού. Αυτό είναι κάτι πού ξεχνάμε πολύ εύκολα.

Δευτέρα, Αυγούστου 07, 2017

Γ. Πατρώνου-Σχέση της μεταμόρφωσης με το θαύμα




Ένας μεγάλος ζωγράφος της Αναγέννησης έχει ζωγραφίσει τον πίνακα της μεταμόρφωσης σε δύο εντυπωσιακά πλάνα. Στο επάνω μέρος με χρώματα ζωηρά και φωτεινά παρουσιάζεται ο κόσμος της μεταμόρφωσης. Στο κάτω πλάνο βρίσκεται η κοιλάδα του κλαυθμώνος , η οδυνηρή και αδιέξοδη ζωή των ανθρώπων. Ένας κόσμος χωρίς φως και ελπίδα. Ο επάνω κόσμος φωτεινός, ο κάτω σκοτεινός. Ο κόσμος του Ιησού και της μεταμόρφωσης από το ένα μέρος και από το άλλο ο κόσμος ο δικός μας, της παραμόρφωσης και της ασθένειας. Οι δύο αυτοί κόσμοι, κατά την ευαγγελική περικοπή, πρέπει να γίνουν ένας. Και κρίκος σύνδεσης των δύο αυτών κόσμων είναι ο ενανθρωπήσας και μεταμορφωθείς Κύριος. Αυτός ενοποιεί τον Θεό και τον άνθρωπο, τον ουρανό και τη γη. Το θαύμα τελεσιουργείται μόνο κάτω από το φως της μεταμόρφωσης.

Σ' αυτή την προσέγγιση για την κατανόηση της μεταμόρφωσης ως λειτουργίας ζωής και για την πραγματοποίηση του θαύματος στην προσωπική μας πορεία, έχουμε τα εξής πνευματικής φύσεως στοιχεία. Μεταμόρφωση σημαίνει μετάνοια και αλλαγή πορείας. Σημαίνει ανάβαση στο Θαβώρ και κοινωνία μετά του Ιησού. Η μεταμόρφωση συνδέεται άμεσα και ουσιαστικά με την παρουσία του Κυρίου. Το ίδιο συμβαίνει και με το θαύμα, που έρχεται ως επακόλουθο της μεταμόρφωσης. Το θαύμα δεν τελεσιουργείται απόντος του Χριστού. Για να πραγματοποιηθεί το θαύμα ανάγκη είναι το γεγονός της μεταμόρφωσης να μεταφερθεί από το θαβώριο ύφος στην ιστορική πραγματικότητα της ζωής των ανθρώπων. Κατανοείται, έτσι, γιατί ο Κύριος καλεί τους μαθητές να κατέβουν και να πορευθούν προς το λαό, ενώ οι μαθητές επιμένουν να κατασκηνώσουν εκεί ψηλά σε μια εξωιστορική πραγματικότητα. Μόνο όταν εισέλθει στην ιστορία και κοινωνήσει με τους ανθρώπους ο μεταμορφωθείς Χριστός τότε συντελείται το θαύμα.

Το θαύμα επιφέρει την ίαση και τη θεραπεία, στην ουσία όμως είναι γεγονός μεταλλαγής και μεταμόρφωσης. Το θαύμα είναι η αποκατάσταση στο «κατά φύσιν ». Η υγεία και η αρετή είναι το κατά φύσιν του ανθρώπου. Η ασθένεια και η αμαρτία είναι το «παρά φύσιν ». Η φθορά και ο θάνατος είναι έξω από τη φύση της δημιουργίας. Το θαύμα ουσιαστικά συνιστά τη φύση της ζωής. Ζωή κατά κυριολεξία είναι υγεία, μα πάνω από όλα είναι κάλλος και ωραιότητα. Αυτό ακριβώς πραγματοποιείται και με τη μεταμόρφωση. Η μεταμόρφωση είναι λάθος να κατανοείται μόνο ως γεγονός υπερφυσικό και κατ' επέκταση ως ανέφικτο για την παρούσα ιστορική μας ζωή. Η μεταμόρφωση είναι κατ' ουσίαν λειτουργία ζωής και πραγματώνεται διαρκώς στο παρόν και στη ζωή, όπως ακριβώς φανερώθηκε με τη μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails